HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του μηχανή | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR A2 Frequent
[mixɐˈni]

Ορισμοί

  1. κατασκευή με κινητά μέρη που επιτελεί μια συγκεκριμένη εργασία, αυξάνοντας ή αντικαθιστώντας τη μυική δύναμη του ανθρώπου ή των ζώων. Συνήθως, μετατρέπει μια μορφή ενέργειας (π.χ. ηλιακή) σε μια άλλη πιο αποδοτική για ένα έργο (π.χ. κινητική)
  2. ο κινητήρας ενός οχήματος
  3. το πρώτο όχημα όπου βρίσκεται ο μηχανισμός και που έλκει μια αμαξοστοιχία "δηζελάμαξα" με κινητήρες πετρελαίου = ντίζελ ή "ηλεκτράμαξα" με ηλεκτροκινητήρες έλξης
    figuratively
  4. συνώνυμο του μοτοσικλέτα
  5. οι υπηρεσίες, τα μέσα και οι ομάδες άνθρωπων που λειτουργούν συνολικά και συντονισμένα
    figuratively
  6. κάθε μηχανικό μέσο που χρησιμοποιύνταν στο αρχαίο θέατρο, προκειμένου να είναι πιο ρεαλιστική η παράσταση
  7. το πονηρό σχέδιο που καταστρώνεται με σκοπό την εξαπάτηση κάποιου

Ισοδύναμα

Esperanto maŝino
فارسی دستگاه
Bahasa Indonesia setang
Íslenska ráðabrugg vél vel vel
한국어 권모술수 책동
Kurdî bike motor
Македонски интрига сплетка
Nederlands machine motor motorfiets motorrijden
Română mașină mașina
Sesotho sethuthuthu
Svenska meka ränker
Setswana sethuthuthu
Tiếng Việt may máy khoan tàu xe hon đa xe Honda
中文 引擎 摩托車 機器 發動機
ZH-TW 引擎 摩托車 機器 發動機

Παραδείγματα

“κρατική μηχανή”

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μηχανή σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free