Meaning of νησί | Babel Free
/niˈsi/Ορισμοί
- ένα τμήμα ξηράς που βρέχεται από όλες τις μεριές του από θάλασσα
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
Ισοδύναμα
English
island
Παραδείγματα
“την Κατηγορία:Νησιά της Ελλάδας στο Βικιλεξικό”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.