Meaning of κρεβάτι | Babel Free
/[kɾɛˈvati]/Ορισμοί
- το επίπεδο (έπιπλο) πάνω στο οποίο κοιμόμαστε
- η κλίνη ξενοδοχείου ή νοσοκομείου αλλά και οι υπηρεσίες που παρέχονται
- το έθιμο του γάμου, κατά το οποίο συγγενείς και φίλοι αφήνουν χρήματα πάνω στο κρεβάτι των μελλόνυμφων
-
η ερωτική πράξη // οι επιδόσεις των εραστών κατά τη συνουσία familiar
Παραδείγματα
“※ Στο κέντρο της κρεβατοκάμαρας ήταν το τεράστιο κρεβάτι πάνω στο οποίο κείτονταν ο Θεόδωρος Καρατάσος (Ελληνικά εγκλήματα 4, Δεκαεννέα αστυνομικές ιστορίες, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2011)”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.