Meaning of φορτηγό | Babel Free
/foɾ.tiˈɣo/Ορισμοί
- μηχανοκίνητο τροχοφόρο όχημα με ανοιχτή ή κλειστή καρότσα, κατάλληλο για τη μεταφορά φορτίων
- εμπορικό πλοίο που μεταφέρει φορτία
Ισοδύναμα
English
truck
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.