μπάνιο
Ορισμοί
Ισοδύναμα
19 more languages
Bosanskiкупати
DeutschabschwimmenBADBadeanstaltbadenBadewanneBadezimmerBagnoBathdrauflosschwimmendurchschwimmeneinschwimmenheranschwimmenherbeischwimmenherschwimmenhierherschwimmenhinschwimmenhinterherschwimmenlosschwimmennebenherschwimmenschwebenSchwimmenSchwummweiterschwimmenzuschwimmen
Suomikylvettää
Hrvatskiкупати
日本語泳
한국어영
Polskikapaćkapaniekąpielkąpielowyłazienkałaźniaodpływaćpłynąćpłynąć pod prądpływaćwannawpływaćwykąpać
Српскикупати
Παραδείγματα
“Μετά το μπάνιο χαλάρωσα πολύ.”
I relaxed a lot after the bath.
“Η κόρη μου κάνει κάθε μέρα τρία μπάνια. Υπερβολικό δεν είναι;”
Every day my daughter takes three baths. Isn't it excessive?
“Το μπάνιο είναι γεμάτο σαπουνάδα.”
The bath is full of suds.
“Είμαι πολύ ψηλός, δε θα χωρέσω στο μπάνιο σου.”
I'm too tall, I won't fit in your bathtub.
“Μπήκε μέσα στο μπάνιο πριν μια ώρα. Τι κάνει τόση ώρα άραγε;”
He went into the bathroom an hour ago. What could he possibly be doing?
“Μπορώ μήπως να χρησιμοποιήσω το μπάνιο σας;”
Could I possibly use your bathroom?
“Πόσα μπάνια έκανες το καλοκαίρι;”
How many swims did you go for in the summer?
“Κάθε πρωί χαράματα πάνε οι γέροι για μπάνιο επειδή δεν κάνει πολύ ζέστη.”
Old people go for a bathe every morning at daybreak because it isn't too warm.
“είχα τρεις μήνες να κάνω μπάνιο και είχα βρωμίσει”
“※ Οι παραθεριστές απολάμβαναν την θάλασσα εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο με κάθε δυνατό τρόπο. Απ’ το πρωινό τους μπάνιο στα κρυστάλλινα γαληνεμένα νερά και την μεσημβρινή μάσα και βόλτα πλατσουρίζοντας στο κυμοθάλασσο, ως το απογευματινό κολύμπι στο ηλιοβασίλεμα και τον περίπατο στην ακρογιαλιά (Γιάννης Παπαθανασίου, Καλοκαίρι. Το χρονικό μιάς Απρόσμενης Αναμέτρησης, Α' μέρος, τ.272, Περιοδικό Ψάρεμα, ανακτήθηκε στις 25/1/2026 https://psarema.natexmedia.gr/psaria/psaria-n-w/sargos/kalokairi-to-xroniko-mias-aprosmenis-anametrisis)”
“κάθε καλοκαίρι πηγαίνω στο νησί μου για μπάνια”
“μπες στο μπάνιο και έρχομαι να σε λούσω”
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free