HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κολύμπι | Babel Free

Noun CEFR C1 Standard
/koˈlim.bi/

Ορισμοί

  1. το να μετακινείται κάποιος επιπλέοντας μέσα στο νερό με κατάλληλες κινήσεις των χεριών και των ποδιών
  2. το να πηγαίνει κάποιος στην παραλία, για να κολυμπήσει

Παραδείγματα

“※ Ο Σωτήρης ήταν ο μόνος που ήξερε καλό κολύμπι και χαιρόταν τη θάλασσα. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)”
“※ Οι παραθεριστές απολάμβαναν την θάλασσα εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο με κάθε δυνατό τρόπο. Απ’ το πρωινό τους μπάνιο στα κρυστάλλινα γαληνεμένα νερά και την μεσημβρινή μάσα και βόλτα πλατσουρίζοντας στο κυμοθάλασσο, ως το απογευματινό κολύμπι στο ηλιοβασίλεμα και τον περίπατο στην ακρογιαλιά (Γιάννης Παπαθανασίου, Καλοκαίρι. Το χρονικό μιάς Απρόσμενης Αναμέτρησης, Α' μέρος, τ.272, Περιοδικό Ψάρεμα, ανακτήθηκε στις 25/1/2026 https://psarema.natexmedia.gr/psaria/psaria-n-w/sargos/kalokairi-to-xroniko-mias-aprosmenis-anametrisis)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κολύμπι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course