Meaning of δικηγόρος | Babel Free
/ði.ciˈɣo.ɾos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- νομικός που αναλαμβάνει να υπερασπιστεί ή να χειριστεί τα συμφέροντα κάποιου πελάτη του σε δικαστήριο ή όπου αλλού χρειάζεται, να δώσει νομικές συμβουλές κ.λπ.
-
κάποιος που αυτόκλητος παρεμβαίνει προς υποστήριξη κάποιου ή κάποιας άποψης broadly
Παραδείγματα
“Συγχρόνως, ο δικηγόρος θα είχε το πλεονέκτημα να μην φέρει ο ίδιος την αποκλειστική ευθύνη όταν υποπτευθεί μία σοβαρή εγκληματική δραστηριότητα.”
At the same time, attorneys would have the advantage of not being left to cope by themselves when they are suspected of criminal activity.
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.