HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

δικηγόρος

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR A2 Frequent
ði.ciˈɣo.ɾos

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. νομικός που αναλαμβάνει να υπερασπιστεί ή να χειριστεί τα συμφέροντα κάποιου πελάτη του σε δικαστήριο ή όπου αλλού χρειάζεται, να δώσει νομικές συμβουλές κ.λπ.
  3. κάποιος που αυτόκλητος παρεμβαίνει προς υποστήριξη κάποιου ή κάποιας άποψης
    broadly

Ισοδύναμα

30 more languages

Παραδείγματα

“Συγχρόνως, ο δικηγόρος θα είχε το πλεονέκτημα να μην φέρει ο ίδιος την αποκλειστική ευθύνη όταν υποπτευθεί μία σοβαρή εγκληματική δραστηριότητα.”

At the same time, attorneys would have the advantage of not being left to cope by themselves when they are suspected of criminal activity.

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη δικηγόρος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free