HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δικηγόρος | Babel Free

Noun masculine CEFR A2 Frequent
/ði.ciˈɣo.ɾos/

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. νομικός που αναλαμβάνει να υπερασπιστεί ή να χειριστεί τα συμφέροντα κάποιου πελάτη του σε δικαστήριο ή όπου αλλού χρειάζεται, να δώσει νομικές συμβουλές κ.λπ.
  3. κάποιος που αυτόκλητος παρεμβαίνει προς υποστήριξη κάποιου ή κάποιας άποψης
    broadly

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“Συγχρόνως, ο δικηγόρος θα είχε το πλεονέκτημα να μην φέρει ο ίδιος την αποκλειστική ευθύνη όταν υποπτευθεί μία σοβαρή εγκληματική δραστηριότητα.”

At the same time, attorneys would have the advantage of not being left to cope by themselves when they are suspected of criminal activity.

Επίπεδο CEFR

A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δικηγόρος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course