Meaning of αγαπάω | Babel Free
/aɣaˈpao/Ορισμοί
- έχω αισθήματα συμπάθειας ή φιλίας ή έρωτα
- μου αρέσει, αισθάνομαι κάποια έλξη προς
- λέγεται επίσης για φυσικά αντικείμενα ή για ηθικές αξίες
- συνηθίζω, προτιμώ
Παραδείγματα
“Ο άντρας αγαπάει τη γυναίκα του.”
The man loves his wife.
“Αγαπάει το καλό κρασί.”
He likes good wine.
“την αγαπάει τρελά”
“※ Την έφεραν μπροστά στον πατέρα μου και, σαν την είδε, την αγάπησε ευθύς τόσο, που την παντρεύτηκε αμέσως, και σα βασίλισσα του την έφερε στον τόπο του. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)”
“αγαπάει το καλό κρασί”
“αγαπώ να κάνω περιπάτους στην ακροθαλασσιά”
“αγαπάει τη χώρα του”
“ο Λορέντζος Μαβίλης αγαπά ιδιαίτερα το σονέτο”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.