HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

παρέα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR A2 Common
paˈɾe.a

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. φιλική συντροφιά, ομάδα φίλων
  3. η σχέση ανάμεσα σε φίλους που συναντιούνται συχνά, η κοινωνική συναναστροφή
  4. γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Παρέας)
  5. αντικείμενο που μας συνοδεύει και μας ψυχαγωγεί
    figuratively

Ισοδύναμα

Españolpandilla
Françaiscompagnie
4 more languages
DeutschClique
Italianocompagnia
Portuguêscompanhia

Παραδείγματα

“Θα βγω έξω με την παρέα μου.”
“Κάνουμε παρέα με τα παιδιά αυτά εδώ και κάτι μήνες.”

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη παρέα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free