Meaning of έρευνα | Babel Free
/ˈe.ɾev.na/Ορισμοί
- γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ερευνώ
- η εξέταση στοιχείων με σκοπό την επιβεβαίωσή τους ή η αναζήτηση νέων δεδομένων
- η καταγραφή στατιστικών δεδομένων που σχετίζονται με ένα συγκεκριμένο σύνολο προσώπων
- η συστηματική αναζήτηση ενός προσώπου ή αντικειμένου σε ένα χώρο
- η διερεύνηση μιας υπόθεσης (πχ αστυνομικής φύσεως) με σκοπό την ανακάλυψη της αλήθειας
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“οι έρευνες του τομέα πυρηνικής φυσικής περιστρέφονται τώρα γύρω από το ζήτημα της αντιύλης”
“(γενικότερα) ο συστηματικός τρόπος επίλυσης των επιστημονικών προβλημάτων”
“(ειδικότερα) συγκεκριμένη μελέτη”
“οι εταιρείες δημοσκοπήσεων διενεργούν έρευνες συνήθως σε προεκλογική περίοδο”
“η αστυνομία έκανε έρευνα σε σπίτια υπόπτων”
“κανένα νεότερο από τις έρευνες για την ανακάλυψη των αγνοούμενων ορειβατών”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.