κάρτα
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- αντικείμενο από σκληρό συνήθως χαρτί ή πλαστικό, παραλληλόγραμμου σχήματος και μικρού μεγέθους· μπορεί να αναγράφει πληροφορίες χρήσιμες για τον κάτοχο ή να του δίνει ορισμένα δικαιώματα
- αντικείμενο από σκληρό συνήθως χαρτί, παραλληλόγραμμου σχήματος, που φέρει κάποια διακόσμηση και χώρο για να γραφεί ένα σύντομο μήνυμα· αποστέλλεται με το ταχυδρομείο χωρίς να είναι απαραίτητο να μπει μέσα σε φάκελο
- αντικείμενο από σκληρό πλαστικό, παραλληλόγραμμου σχήματος, που χρησιμοποιείται από τον φέροντα στις συναλλαγές του αντί μετρητών ή για την ανάληψη χρημάτων από ATM
Ισοδύναμα
31 more languages
العربيةبطاقة مدين
Catalàtargeta de dèbit
Češtinadebetní karta
Danskdebetkort
Esperantosalutkarto
Gaeilgecárta beannachta
Հայերենբացիկ
Bahasa Indonesiakartu debit
Íslenskadebetkort
ქართულისადებეტო ბარათი
한국어직불 카드
Македонскидебитна картичка
Bahasa Melayukad debit
ਪੰਜਾਬੀਵਧਾਈ ਪੱਤਰ
Românăfelicitare
Svenskabetalkort
Tiếng Việtthẻ ghi nợ
Παραδείγματα
“παίζαμε ένα επιτραπέζιο παιχνίδι και μοιραστήκαμε τις κάρτες με τις ερωτήσεις”
“κάρτα απεριορίστων διαδρομών”
“κάρτα μέλους”
“ο Ηλίας μας έστειλε μια κάρτα από το Μεξικό με μια φωτογραφία του Ζαπάτα”
“ευχετήρια κάρτα”
“χριστουγεννιάτικη κάρτα”
“πιστωτική κάρτα, χρεωστική κάρτα”
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free