Σημασία του κάρτα | Babel Free
ˈkaɾ.taΟρισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- αντικείμενο από σκληρό συνήθως χαρτί ή πλαστικό, παραλληλόγραμμου σχήματος και μικρού μεγέθους· μπορεί να αναγράφει πληροφορίες χρήσιμες για τον κάτοχο ή να του δίνει ορισμένα δικαιώματα
- αντικείμενο από σκληρό συνήθως χαρτί, παραλληλόγραμμου σχήματος, που φέρει κάποια διακόσμηση και χώρο για να γραφεί ένα σύντομο μήνυμα· αποστέλλεται με το ταχυδρομείο χωρίς να είναι απαραίτητο να μπει μέσα σε φάκελο
- αντικείμενο από σκληρό πλαστικό, παραλληλόγραμμου σχήματος, που χρησιμοποιείται από τον φέροντα στις συναλλαγές του αντί μετρητών ή για την ανάληψη χρημάτων από ATM
Ισοδύναμα
العربية
بطاقة مدين
Català
targeta de dèbit
Čeština
debetní karta
Dansk
debetkort
Esperanto
salutkarto
Gaeilge
cárta beannachta
Հայերեն
բացիկ
Bahasa Indonesia
kartu debit
Íslenska
debetkort
ქართული
სადებეტო ბარათი
한국어
직불 카드
Македонски
дебитна картичка
Bahasa Melayu
kad debit
ਪੰਜਾਬੀ
ਵਧਾਈ ਪੱਤਰ
Română
felicitare
Svenska
betalkort
Tiếng Việt
thẻ ghi nợ
Παραδείγματα
“παίζαμε ένα επιτραπέζιο παιχνίδι και μοιραστήκαμε τις κάρτες με τις ερωτήσεις”
“κάρτα απεριορίστων διαδρομών”
“κάρτα μέλους”
“ο Ηλίας μας έστειλε μια κάρτα από το Μεξικό με μια φωτογραφία του Ζαπάτα”
“ευχετήρια κάρτα”
“χριστουγεννιάτικη κάρτα”
“πιστωτική κάρτα, χρεωστική κάρτα”
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free