Meaning of ανάγκη | Babel Free
/aˈnaŋ.ɟi/Ορισμοί
- ό,τι μας επιβάλλεται, χωρίς να μπορούμε να το αποφύγουμε
- γυναικείο όνομα
-
δυσάρεστη κατάσταση broadly
-
η αφόδευση ή η ούρηση familiar, figuratively
Παραδείγματα
“Από ανάγκη πήγαμε μέσω Λονδίνου.”
Out of necessity we went through London.
“Δεν τον ενδιαφέρουν οι ανάγκες της γυναίκας του.”
He is not interested in his wife's needs.
“Έχετε τουαλέτα; Πρέπει να κάνω την ανάγκη μου.”
Do you have a toilet? I need to go.
“Αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες και έχει να καλύψει έντονες βιοποριστικές ανάγκες.”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.