Meaning of θάνατος | Babel Free
/ˈθa.na.tos/Ορισμοί
- η οριστική παύση των ζωτικών λειτουργιών ενός οργανισμού: αναπνοή, πέψη, λειτουργία του νευρικού συστήματος
- ανδρικό όνομα
-
το τέλος, ο αφανισμός broadly
-
γεγονός επιζήμιο, δυσάρεστο ή οδυνηρό figuratively
Ισοδύναμα
English
Thanatos
Παραδείγματα
“εγκεφαλικός θάνατος”
“αιφνίδιος θάνατος”
“ακαριαίος θάνατος”
“※ Η ασθματική απόλαυση της ερωτικής νιότης προ της επελάσεως του γήρατος ή του θανάτου αποτελεί κοινότατο τόπο στην κλασική ερωτογραφία, συχνά με τις ευλογίες μιας εξαπλουστευμένης επικούρειας φιλοσοφίας (Οβίδιος, Η τέχνη και τα αντίδοτα του Έρωτα, μετάφραση Θοδωρής Παπαγγελής, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)”
“ο θάνατος του ελεύθερου εμπορίου”
“ο θάνατος της αποικιοκρατίας”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.