Meaning of δικαίωμα | Babel Free
/ðiˈceoma/Ορισμοί
- κάτι που δικαιούται κάποιος, που του το δίνει ένας γραπτός ή άγραφος νόμος ή κάποια αρχή
-
η αμοιβή που ζητά κάποιος για κάποιο πνευματικό του έργο (π.χ. συγγραφικό) plural
- αγγλικά privilege: δυνατότητα που αποδίδεται ανά κατηγορία χρηστών για να διαβάσουν, γράψουν τα αρχεία ή να εκτελέσουν τα προγράμματα ενός συστήματος
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“ανθρώπινα δικαιώματα”
human rights
“Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων”
The European Court of Human Rights
“Δεν είχες το δικαίωμα να πυροβολήσεις.”
You didn't have the authority to shoot.
“δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι”
“※ Κατ' αρχάς, για την πλήρη αναδημοσίευση άρθρου απαιτείται ρητή άδεια από τον δημιουργό του - ή αυτόν στον οποίο ανήκουν τα πνευματικά δικαιώματα - για να είναι νόμιμη.”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.