δικαίωμα
Ορισμοί
- κάτι που δικαιούται κάποιος, που του το δίνει ένας γραπτός ή άγραφος νόμος ή κάποια αρχή
-
η αμοιβή που ζητά κάποιος για κάποιο πνευματικό του έργο (π.χ. συγγραφικό) plural
- αγγλικά privilege: δυνατότητα που αποδίδεται ανά κατηγορία χρηστών για να διαβάσουν, γράψουν τα αρχεία ή να εκτελέσουν τα προγράμματα ενός συστήματος
Ισοδύναμα
25 more languages
Bosanskiправо
DeutschAnrechtanspruchBerechtigungBewilligungErlaubnisGerechtsamePrivilegprivilegierenRechtsanspruchSonderrecht
हिन्दीहक़
Hrvatskiправо
Magyarjogosultság
Latviešutiesības
Te Reo Māoritika
Nederlandsaanspraakfiatpermissiepreferentieprivilegeprivilegiërenrecht optoelatinguitkeringvoorrecht
Polskiforowaćpozwolenieprawa miejskieprzywilejroszczeniowośćuprawnienieuprzywilejowaćuprzywilejowywaćzaszczytyzezwolenie
Românădrept
Српскиправо
ไทยสิทธิ
Tiếng Việtquyền lợi
Παραδείγματα
“ανθρώπινα δικαιώματα”
human rights
“Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων”
The European Court of Human Rights
“Δεν είχες το δικαίωμα να πυροβολήσεις.”
You didn't have the authority to shoot.
“δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι”
“※ Κατ' αρχάς, για την πλήρη αναδημοσίευση άρθρου απαιτείται ρητή άδεια από τον δημιουργό του - ή αυτόν στον οποίο ανήκουν τα πνευματικά δικαιώματα - για να είναι νόμιμη.”
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free