άδεια
Ορισμοί
- η συμφωνία, η συγκατάνευση ώστε κάποιος να προχωρήσει σε μια ενέργεια
- γυναικείο όνομα
- κρατικό έγγραφο που επιτρέπει στον κάτοχό του να ασκήσει ένα επάγγελμα ή να οδηγήσει ένα όχημα
- η παραχώρηση του δικαιώματος να απουσιάσει κάποιος από τη δουλειά του ή την υπηρεσία του
- το χρονικό διάστημα των διακοπών
- permission: για χρήστες και αρχεία:
- το δικαίωμα χρήστη
- ο χαρακτηρισμός που αποδίδεται σε ένα αρχείο για το ποια κατηγορία χρηστών μπορεί να το διαβάσει, γράψει ή εκτελέσει
Ισοδύναμα
29 more languages
العربيةإجازة
DeutschapprobierenAuszeitbangBeurlaubungBewilligungErlaubnisFreibriefFreistellungFreizeitKonzessionLizenzlizenzierenzulassen
עבריתחופשה
हिन्दीलाइसेंस
Bahasa Indonesiaperlop
한국어면허
Latinacommeatus
Latviešutiesības
ไทยลา
Tiếng Việt憑
中文許可協議
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free