HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

άδεια

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR A2 Common
ˈa.ði.a

Ορισμοί

  1. η συμφωνία, η συγκατάνευση ώστε κάποιος να προχωρήσει σε μια ενέργεια
  2. γυναικείο όνομα
  3. κρατικό έγγραφο που επιτρέπει στον κάτοχό του να ασκήσει ένα επάγγελμα ή να οδηγήσει ένα όχημα
  4. η παραχώρηση του δικαιώματος να απουσιάσει κάποιος από τη δουλειά του ή την υπηρεσία του
  5. το χρονικό διάστημα των διακοπών
  6. permission: για χρήστες και αρχεία:
  7. το δικαίωμα χρήστη
  8. ο χαρακτηρισμός που αποδίδεται σε ένα αρχείο για το ποια κατηγορία χρηστών μπορεί να το διαβάσει, γράψει ή εκτελέσει

Ισοδύναμα

29 more languages

Παραδείγματα

“Ζήτησα άδεια από τον προϊστάμενό μου.”

I asked permission from my supervisor.

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη άδεια σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free