Meaning of ασυδοσία | Babel Free
/a.si.ðoˈsi.a/Ορισμοί
η ανεξέλεγκτη ελευθερία λόγου ή πράξεων ενός ατόμου ή οργανισμού, το να μην περιορίζεται κάποιος από κάποιον ηθικό ή νομικό φραγμό
formal
Παραδείγματα
“※ Πέρασε δυό χρόνια λευτεριάς, ασυδοσίας.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.