Meaning of υπηρεσία | Babel Free
/i.pi.ɾeˈsi.a/Ορισμοί
- η προσφορά έργου για έναν σκοπό
- τομέας της δημόσιας διοίκησης, δημόσια υπηρεσία
- η εργασία στη δημόσια διοίκηση
-
ο τριτογενής τομέας των οικονομικών δραστηριοτήτων plural
- η εργασία που ανατίθεται περιοδικά σε υπαλλήλους πέραν του συνηθισμένου ωραρίου
-
η σκοπιά και άλλες υπηρεσίες slang
-
η υπηρέτρια familiar
- το αποτέλεσμα που λαμβάνει ένα πρόγραμμα, μιά μηχανή από την λειτουργία ενός άλλου προγράμματος ή μηχανής
Ισοδύναμα
English
service
Παραδείγματα
“οι υπηρεσίες του στην ανθρωπότητα”
his services to humanity
“Ευρωπαϊκή Αστυνομική Υπηρεσία”
European Police Service (Europol)
“υπηρεσίες υγείας από το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ)”
health services from the National Health Service (NHS)
“ο επιστήμονας αυτός τιμήθηκε για τις υπηρεσίες του στην ανθρωπότητα”
“η υπηρεσία μας θα παραμείνει κλειστή για το κοινό τις επόμενες δύο ημέρες”
“επανήλθε στην ενεργό υπηρεσία μετά από μακρά ασθένεια”
“υπώνυμα: διαδικτυακή υπηρεσία”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.