Meaning of μιλάω | Babel Free
/miˈla.o/Ορισμοί
- βγάζω φωνή από το στόμα, με σκοπό συνήθως την επικοινωνία με άλλους ανθρώπους
- επικοινωνώ με κάποιον
- ξέρω να χειρίζομαι μια άλλη γλώσσα
- εκφράζω τη γνώμη μου
- εκφωνώ έναν λόγο μπροστά σε κοινό
- διατηρώ καλές σχέσεις με κάποιον
- αποκαλύπτω κάτι
- αναφέρομαι σε κάτι, εκφράζω κάτι
Παραδείγματα
“Ας μιλάμε στον ενικό!”
Let's talk in the singular!
“Μιλάτε αγγλικά;”
Do you speak English?
“Για κάποιο λόγο, δε μιλιούνται μεταξύ τους.”
For some reason, they don't have friendly relations.
“Μόνος σου μιλάς;”
“Σου μιλάω, δε μ' ακούς;”
“Πάνε είκοσι λεπτά που μιλάνε στο τηλέφωνο.”
“Μιλάτε γαλλικά;”
“Μιλάει, μιλάει, αλλά δεν κάνει τίποτα.”
“Ο πρωθυπουργός θα μιλήσει στις επτά και μισή.”
“Πάνε πέντε χρόνια που δε μιλάνε.”
“Απειλεί να μιλήσει εάν δεν τον υποστηρίξουν.”
“Μέσα στο άρθρο του, ο συγγραφέας μιλάει για τα προβλήματα της ανεργίας.”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.