HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μιλάω — definition

Conjugation of μιλάω

Regular CEFR A2
miˈla.o

βγάζω φωνή από το στόμα, με σκοπό συνήθως την επικοινωνία με άλλους ανθρώπους Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μιλάω
εσύ μιλάς (μιλείς → ομιλώ)
αυτός / αυτή / αυτό μιλάει
εμείς μιλάμε
εσείς μιλάτε (μιλείτε)
αυτοί / αυτές / αυτά μιλάνε
Παρατατικός
εγώ μιλούσα
εσύ μιλούσες
αυτός / αυτή / αυτό μιλούσε
εμείς μιλούσαμε
εσείς μιλούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά μιλούσαν
Αόριστος
εγώ μίλησα
εσύ μίλησες
αυτός / αυτή / αυτό μίλησε
εμείς μιλήσαμε
εσείς μιλήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά μίλησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μιλήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μιλήσω
εσύ μιλήσεις
αυτός / αυτή / αυτό μιλήσει
εμείς μιλήσουμε
εσείς μιλήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά μιλήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ μίλα
εσείς μιλάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μίλησε
εσείς μιλήστε
Απαρέμφατο αορίστου
μιλήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μιλιέμαι
εσύ μιλιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό μιλιέται
εμείς μιλιόμαστε
εσείς μιλιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά μιλιούνται
Παρατατικός
εγώ μιλιόμουν
εσύ μιλιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό μιλιόταν
εμείς μιλιόμασταν
εσείς μιλιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά μιλιόνταν
Αόριστος
εγώ μιλήθηκα
εσύ μιλήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό μιλήθηκε
εμείς μιληθήκαμε
εσείς μιληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά μιλήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μιληθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μιληθώ
εσύ μιληθείς
αυτός / αυτή / αυτό μιληθεί
εμείς μιληθούμε
εσείς μιληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά μιληθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς μιλιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μιλήσου
εσείς μιληθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
μιληθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary