Conjugation of μιλάω
miˈla.oβγάζω φωνή από το στόμα, με σκοπό συνήθως την επικοινωνία με άλλους ανθρώπους Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μιλάω |
| εσύ | μιλάς (μιλείς → ομιλώ) |
| αυτός / αυτή / αυτό | μιλάει |
| εμείς | μιλάμε |
| εσείς | μιλάτε (μιλείτε) |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μιλάνε |
Παρατατικός
| εγώ | μιλούσα |
| εσύ | μιλούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μιλούσε |
| εμείς | μιλούσαμε |
| εσείς | μιλούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μιλούσαν |
Αόριστος
| εγώ | μίλησα |
| εσύ | μίλησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μίλησε |
| εμείς | μιλήσαμε |
| εσείς | μιλήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μίλησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μιλήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μιλήσω |
| εσύ | μιλήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μιλήσει |
| εμείς | μιλήσουμε |
| εσείς | μιλήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μιλήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | μίλα |
| εσείς | μιλάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μίλησε |
| εσείς | μιλήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μιλήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μιλιέμαι |
| εσύ | μιλιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | μιλιέται |
| εμείς | μιλιόμαστε |
| εσείς | μιλιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μιλιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | μιλιόμουν |
| εσύ | μιλιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | μιλιόταν |
| εμείς | μιλιόμασταν |
| εσείς | μιλιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μιλιόνταν |
Αόριστος
| εγώ | μιλήθηκα |
| εσύ | μιλήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μιλήθηκε |
| εμείς | μιληθήκαμε |
| εσείς | μιληθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μιλήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μιληθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μιληθώ |
| εσύ | μιληθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | μιληθεί |
| εμείς | μιληθούμε |
| εσείς | μιληθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μιληθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | μιλιέστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μιλήσου |
| εσείς | μιληθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μιληθεί |