HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of έκπληξη | Babel Free

Noun feminine CEFR A2 Frequent
/ˈekpliksi/

Ορισμοί

  1. το συναίσθημα που νιώθει κάποιος όταν συμβαίνει κάτι ξαφνικό και τελείως αναπάντεχο
  2. η ενέργεια που κάνουμε περιμένοντας ότι προκαλέσουμε σε κάποιον αυτό το συναίσθημα, πχ ένα απρόσμενο δώρο

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“ένιωσα μεγάλη έκπληξη όταν τον είδα ξαφνικά μπροστά μου μετά από τόσα χρόνια”
“του φυλάω μια έκπληξη για τα γενέθλιά του”

Επίπεδο CEFR

A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See έκπληξη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course