εκπλήρωση
Ορισμοί
η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκπληρώνω
Ισοδύναμα
23 more languages
Gàidhligcoileanadh
עבריתקיום
हिन्दीपूर्ति
Italianoadempimentoappagamentocompimentocoronamentodisbrigorealizzazionesoddisfacimentosoddisfazione
Nederlandsvervulling
Παραδείγματα
“Η εκπλήρωση των υποχρεώσεών του τον έκανε περήφανο.”
The fulfillment of his obligations made him proud.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free