Σημασία του ασφάλεια | Babel Free
aˈsfa.li.aΟρισμοί
- η Υπηρεσία Ασφαλείας της Χωροφυλακής ή της Αστυνομίας Πόλεων, δηλαδή το ειδικό τμήμα που είχε αρμοδιότητα την παρακολούθηση, έρευνα και καταστολή πολιτικών «υπονομευτικών» δραστηριοτήτων, ενώ ήταν υπεύθυνη για συλλήψεις, ανακρίσεις και φακέλωμα πολιτών, ιδιαίτερα αριστερών και αντιφρονούντων, ιδίως σε περιόδους δικτατορίας ή αυταρχικών καθεστώτων
- το να νιώθει κάποιος ότι είναι ασφαλής απέναντι σε κινδύνους
- η τήρηση της δημόσιας τάξης
- παράρτημα της αστυνομίας το οποίο στελεχώνεται από αστυνομικούς με πολιτική περιβολή (μη ένστολους) με σκοπό τις παρακολουθήσεις υπόπτων
- η διατήρηση της ειρήνης
- η έλλειψη σφάλματος, η βεβαιότητα
- ασφαλιστική εταιρεία, εταιρεία που ασφαλίζει τους πελάτες της έναντι κινδύνων, εισπράττει από αυτούς ασφάλιστρα και τους αποζημιώνει αν υποστούν κάποια βλάβη για την οποία έχουν ασφαλιστεί
- το ασφαλιστικό συμβόλαιο που έχει υπογράψει ένας ασφαλισμένος με την ασφαλιστική εταιρεία
- μηχανισμός που προστίθεται σε ένα ηλεκτρικό δίκτυο και προστατεύει από υπερβολική τάση
- μηχανισμός που προστατεύει μια συσκευή, ένα όπλο, μια εγκατάσταση από ατύχημα, υπερφόρτωση, τυχαία εκπυρσοκρότηση κλπ
Ισοδύναμα
Български
бушон
Ελληνικά
ασφαλιστικός
Esperanto
sekureco
فارسی
ضامن
Français
assurance
cid
contrat d'assurance
cran d'arrêt
police d'assurance
police d’assurance
sécurité
sûreté
Gaeilge
polasaí árachais
עברית
נצרה
हिन्दी
बीमा
日本語
保険証書
Kurdî
polîs
Македонски
осигурувач
Svenska
säkring
Παραδείγματα
“η οικογένεια μπορεί να προσφέρει το αίσθημα της ασφάλειας στα μέλη της”
“σώματα ασφαλείας”
“※ Ένα μεσημέρι ήρθε η Ασφάλεια και δήλωσε πως θα κάνει έρευνα. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)”
“το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ”
“μπορεί κανείς να συμπεράνει με σχετική ασφάλεια ότι ...”
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free