HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πίεση

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR A2 Frequent
ˈpi.e.si

Ορισμοί

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πιέζω
    literally
  2. η προσπάθεια να αναγκάσω κάποιον να κάνει κάτι παρά τη θέλησή του
    figuratively
  3. το να φέρνω κάποιον σε δύσκολη θέση
    figuratively
  4. η δύναμη με την οποία το αίμα πιέζει το τοίχωμα των φλεβών ή αρτηριών εντός των οποίων ρέει

Ισοδύναμα

14 more languages

Παραδείγματα

“Η πίεση της δουλειάς τον κούρασε πολύ.”

The pressure of work tired him a lot.

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πίεση σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free