Ορισμοί
-
η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πιέζω
literally
-
η προσπάθεια να αναγκάσω κάποιον να κάνει κάτι παρά τη θέλησή του
figuratively
-
το να φέρνω κάποιον σε δύσκολη θέση
figuratively
-
η δύναμη με την οποία το αίμα πιέζει το τοίχωμα των φλεβών ή αρτηριών εντός των οποίων ρέει
Ισοδύναμα
14 more languages
Παραδείγματα
“Η πίεση της δουλειάς τον κούρασε πολύ.”
The pressure of work tired him a lot.
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο
Δείτε τη λέξη πίεση σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.
Ξεκινήστε δωρεάν
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing.
Collaborate with Babel Free