HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πίεση | Babel Free

Noun feminine CEFR A2 Frequent
/ˈpi.e.si/

Ορισμοί

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πιέζω
    literally
  2. η προσπάθεια να αναγκάσω κάποιον να κάνει κάτι παρά τη θέλησή του
    figuratively
  3. το να φέρνω κάποιον σε δύσκολη θέση
    figuratively
  4. η δύναμη με την οποία το αίμα πιέζει το τοίχωμα των φλεβών ή αρτηριών εντός των οποίων ρέει

Ισοδύναμα

English pressure

Επίπεδο CEFR

A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πίεση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course