Meaning of καταθλιπτικός | Babel Free
/ka.ta.θli.ptiˈkos/Ορισμοί
- σχετικός με κατάθλιψη, που χρησιμοποιεί πίεση ή συμπίεση
- που πάσχει από κατάθλιψη
- που προκαλεί μελαγχολικά-αρνητικά συναισθήματα
Παραδείγματα
“καταθλιπτική αντλία, καταθλιπτικός αγωγός”
“καταθλιπτικός ασθενής”
“καταθλιπτικός πίνακας”
“※ Οπότε αγόρια, αδράξτε τις κιθάρες σας, και, θερμά παρακαλώ, ξεχάστε πια τον Θεοδωράκη και τον Λοΐζο, τον Παπακωνσταντίνου και το ρημαδοέντεχνο, διότι η μόνη περίπτωση να σου κάτσει πήδουλος με τα καταθλιπτικά του Καββαδία, είναι η γκόμενα να’ χει μόλις ξεμπαρκάρει από γκαζάδικο.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.