HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καταθλιπτικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2 Specialized
/ka.ta.θli.ptiˈkos/

Ορισμοί

  1. σχετικός με κατάθλιψη, που χρησιμοποιεί πίεση ή συμπίεση
  2. που πάσχει από κατάθλιψη
  3. που προκαλεί μελαγχολικά-αρνητικά συναισθήματα

Παραδείγματα

“καταθλιπτική αντλία, καταθλιπτικός αγωγός”
“καταθλιπτικός ασθενής”
“καταθλιπτικός πίνακας”
“※ Οπότε αγόρια, αδράξτε τις κιθάρες σας, και, θερμά παρακαλώ, ξεχάστε πια τον Θεοδωράκη και τον Λοΐζο, τον Παπακωνσταντίνου και το ρημαδοέντεχνο, διότι η μόνη περίπτωση να σου κάτσει πήδουλος με τα καταθλιπτικά του Καββαδία, είναι η γκόμενα να’ χει μόλις ξεμπαρκάρει από γκαζάδικο.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καταθλιπτικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course