Meaning of πιεσόμετρο | Babel Free
Ορισμοί
- το όργανο με το οποίο κάποιος μετρά την αρτηριακή πίεση
- το όργανο μέτρησης της πίεσης ενός υγρού ή αερίου
Παραδείγματα
“※ Η πόρτα άνοιξε και μια ξανθιά νοσοκόμα μπήκε κρατώντας το πιεσόμετρο κι ένα πλαστικό ποτήρι. (Αντώνης Σουρούνης (1985) Οι πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι [μυθιστόρημα])”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.