HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πιεσόμετρο | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. το όργανο με το οποίο κάποιος μετρά την αρτηριακή πίεση
  2. το όργανο μέτρησης της πίεσης ενός υγρού ή αερίου

Παραδείγματα

“※ Η πόρτα άνοιξε και μια ξανθιά νοσοκόμα μπήκε κρατώντας το πιεσόμετρο κι ένα πλαστικό ποτήρι. (Αντώνης Σουρούνης (1985) Οι πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι [μυθιστόρημα])”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πιεσόμετρο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course