Meaning of βιάζω | Babel Free
/viˈa.zo/Ορισμοί
- εξαναγκάζω άλλο άτομο σε σεξουαλική πράξη, διαπράττω βιασμό
- πιέζω κάποιον να κάνει κάτι ή να επισπεύσει κάτι, να κάνει πιο γρήγορα, να βιαστεί
- για κάτι που είναι επείγον
- υποχρεώνω κάποιον να κάνει κάτι παρά τη θέλησή του
Ισοδύναμα
English
rape
Παραδείγματα
“Μην βιάζεις το παιδί, θα φάει όταν είναι έτοιμο.”
Don't pressure the child, he'll eat when he's ready.
“Κατηγορείται ότι βίασε δεκαεξάχρονη κοπέλα.”
He is accused of raping a sixteen-year-old girl.
“Ο πόλεμος βίασε την όμορφη χώρα μας και την κατάντησε έρημο τοπίο.”
The war has ravaged our beautiful country and turned it into a deserted landscape.
“Μη βιάζεσαι! Θα κάνεις λάθη.”
Do not hurry! You will make mistakes
“Μη βιάζεις το φαγητό, η καλή μαγειρική θέλει την ώρα της.”
Don't hurry the food, good cooking needs time.
“Κάνε με την ησυχία σου, δεν σε βιάζει κανείς.”
“※ Βιάσου να μη νυχτώσεις, γιατί θα φύγουνε. (⌘ Νίκος Καββαδίας, Βάρδια)”
“※ Σε μια τέτοια στιγμή, αναδύθηκε ξαφνικά απ’ το σκοτάδι το πρόσωπο της Μάρμως, όπως του ψιθύριζε στο σταθμό με δειλή φωνή: «Κίτσο, θάμαι, θάμαι… τώρα εγώ η μητέρα σου…». Έβιασε τον εαυτό του να διώξει από μπρος του τη μορφή της, μα εκείνη τον ακολούθησε για κάμποσα ακόμη λεπτά: «Κίτσο… ήθελα από χτες να σου πω… θάμαι, θάμαι τώρα εγώ η μητέρα σου…». (Τάσος Αθανασιάδης, Οι Πανθέοι [μυθιστόρημα])”
“Η υπόθεση βιάζει πολύ.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.