HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βιάζω — definition

Conjugation of βιάζω

Regular CEFR B1
viˈa.zo

πιέζω κάποιον να κάνει κάτι ή να επισπεύσει κάτι, να κάνει πιο γρήγορα, να βιαστεί Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βιάζω
εσύ βιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό βιάζει
εμείς βιάζουμε
εσείς βιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά βιάζουν
Παρατατικός
εγώ βίαζα
εσύ βίαζες
αυτός / αυτή / αυτό βίαζε
εμείς βιάζαμε
εσείς βιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά βίαζαν
Αόριστος
εγώ βίασα
εσύ βίασες
αυτός / αυτή / αυτό βίασε
εμείς βιάσαμε
εσείς βιάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά βίασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βιάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βιάσω
εσύ βιάσεις
αυτός / αυτή / αυτό βιάσει
εμείς βιάσουμε
εσείς βιάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά βιάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βίαζε
εσείς βιάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βίασε
εσείς βιάστε
Απαρέμφατο αορίστου
βιάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βιάζομαι
εσύ βιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό βιάζεται
εμείς βιαζόμαστε
εσείς βιάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά βιάζονται
Παρατατικός
εγώ βιαζόμουν
εσύ βιαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό βιαζόταν
εμείς βιαζόμασταν
εσείς βιαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά βιάζονταν
Αόριστος
εγώ βιάστηκα
εσύ βιάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό βιάστηκε
εμείς βιαστήκαμε
εσείς βιαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά βιάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βιαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βιαστώ
εσύ βιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό βιαστεί
εμείς βιαστούμε
εσείς βιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά βιαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς βιάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βιάσου
εσείς βιαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
βιαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary