Conjugation of βιάζω
viˈa.zoπιέζω κάποιον να κάνει κάτι ή να επισπεύσει κάτι, να κάνει πιο γρήγορα, να βιαστεί Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βιάζω |
| εσύ | βιάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βιάζει |
| εμείς | βιάζουμε |
| εσείς | βιάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βιάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | βίαζα |
| εσύ | βίαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βίαζε |
| εμείς | βιάζαμε |
| εσείς | βιάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βίαζαν |
Αόριστος
| εγώ | βίασα |
| εσύ | βίασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βίασε |
| εμείς | βιάσαμε |
| εσείς | βιάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βίασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βιάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βιάσω |
| εσύ | βιάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βιάσει |
| εμείς | βιάσουμε |
| εσείς | βιάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βιάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | βίαζε |
| εσείς | βιάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βίασε |
| εσείς | βιάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βιάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βιάζομαι |
| εσύ | βιάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | βιάζεται |
| εμείς | βιαζόμαστε |
| εσείς | βιάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βιάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | βιαζόμουν |
| εσύ | βιαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | βιαζόταν |
| εμείς | βιαζόμασταν |
| εσείς | βιαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βιάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | βιάστηκα |
| εσύ | βιάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βιάστηκε |
| εμείς | βιαστήκαμε |
| εσείς | βιαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βιάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βιαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βιαστώ |
| εσύ | βιαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | βιαστεί |
| εμείς | βιαστούμε |
| εσείς | βιαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βιαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | βιάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βιάσου |
| εσείς | βιαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βιαστεί |