HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

βιαστικός

Επίθετο θηλυκό CEFR C2 Specialized
vʝa.stiˈkos

Ορισμοί

  1. που βιάζεται, που σπεύδει, που δεν έχει πολύ χρόνο μπροστά του διαθέσιμο για να κάνει κάτι
  2. γρήγορος
  3. που έγινε με βιασύνη και επομένως δεν είναι πολύ επιμελημένος ή προσεγμένος στις λεπτομέρειες ή στην εκτέλεση

Ισοδύναμα

29 more languages
Bosanskikip
Cymraegar frys
Galegoá présa
עבריתזריז
Hrvatskikip
Bahasa Indonesiaburu-buru
Latviešuātrums
Portuguêscom pressa
Српскиkip

Παραδείγματα

“φεύγω τώρα, είμαι πολύ βιαστικός”
“έριξε μια βιαστική ματιά στο κείμενο πριν το παραδώσει”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βιαστικός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free