HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του βιαστικός | Babel Free

Επίθετο θηλυκό CEFR C2 Specialized
vʝa.stiˈkos

Ορισμοί

  1. που βιάζεται, που σπεύδει, που δεν έχει πολύ χρόνο μπροστά του διαθέσιμο για να κάνει κάτι
  2. γρήγορος
  3. που έγινε με βιασύνη και επομένως δεν είναι πολύ επιμελημένος ή προσεγμένος στις λεπτομέρειες ή στην εκτέλεση

Ισοδύναμα

Bosanski kip
Català a corre-cuita
Cymraeg ar frys
עברית זריז
Hrvatski kip
Bahasa Indonesia buru-buru
한국어 급하다 긴급하다 후다닥
Kurdî gap kîp kip
Latviešu ātrums
Português com pressa
Српски kip

Παραδείγματα

“φεύγω τώρα, είμαι πολύ βιαστικός”
“έριξε μια βιαστική ματιά στο κείμενο πριν το παραδώσει”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βιαστικός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free