Meaning of βιαστικός | Babel Free
/vʝa.stiˈkos/Ορισμοί
- που βιάζεται, που σπεύδει, που δεν έχει πολύ χρόνο μπροστά του διαθέσιμο για να κάνει κάτι
- γρήγορος
- που έγινε με βιασύνη και επομένως δεν είναι πολύ επιμελημένος ή προσεγμένος στις λεπτομέρειες ή στην εκτέλεση
Ισοδύναμα
English
Precipitate
Παραδείγματα
“φεύγω τώρα, είμαι πολύ βιαστικός”
“έριξε μια βιαστική ματιά στο κείμενο πριν το παραδώσει”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.