HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of βιαστικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2 Specialized
/vʝa.stiˈkos/

Ορισμοί

  1. που βιάζεται, που σπεύδει, που δεν έχει πολύ χρόνο μπροστά του διαθέσιμο για να κάνει κάτι
  2. γρήγορος
  3. που έγινε με βιασύνη και επομένως δεν είναι πολύ επιμελημένος ή προσεγμένος στις λεπτομέρειες ή στην εκτέλεση

Ισοδύναμα

English Precipitate

Παραδείγματα

“φεύγω τώρα, είμαι πολύ βιαστικός”
“έριξε μια βιαστική ματιά στο κείμενο πριν το παραδώσει”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See βιαστικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course