Meaning of σκέψη | Babel Free
/ˈsce.psi/Ορισμοί
- παραγωγική διαδικασία του νου και της νόησης που περιλαμβάνει την κρίση και τους συλλογισμούς
-
ό,τι σκέφτεται κάποιος για ένα θέμα figuratively
- ο τρόπος με τον οποίο σκέφτεται και πράττει κάποιος
- η θεωρία και οι απόψεις που έχει κάποιος συνολικά για ένα φαινόμενο, ο τρόπος ερμηνείας και ανάλυσής του
Ισοδύναμα
English
thought
Παραδείγματα
“Δεν μπορώ να καταλάβω με ποια σκέψη μου φέρεσαι έτσι.”
“Δεν έκανα καμία σκέψη για τη γιορτή.”
“είναι άνθρωπος με ώριμη / επιπόλαιη / συγκροτημένη / επίπεδη σκέψη”
“Στην πλατωνική σκέψη ανώτερη θέση έχουν οι Ιδέες.”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.