HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σκέψη | Babel Free

Noun feminine CEFR A2 Frequent
/ˈsce.psi/

Ορισμοί

  1. παραγωγική διαδικασία του νου και της νόησης που περιλαμβάνει την κρίση και τους συλλογισμούς
  2. ό,τι σκέφτεται κάποιος για ένα θέμα
    figuratively
  3. ο τρόπος με τον οποίο σκέφτεται και πράττει κάποιος
  4. η θεωρία και οι απόψεις που έχει κάποιος συνολικά για ένα φαινόμενο, ο τρόπος ερμηνείας και ανάλυσής του

Ισοδύναμα

English thought

Παραδείγματα

“Δεν μπορώ να καταλάβω με ποια σκέψη μου φέρεσαι έτσι.”
“Δεν έκανα καμία σκέψη για τη γιορτή.”
“είναι άνθρωπος με ώριμη / επιπόλαιη / συγκροτημένη / επίπεδη σκέψη”
“Στην πλατωνική σκέψη ανώτερη θέση έχουν οι Ιδέες.”

Επίπεδο CEFR

A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σκέψη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course