Meaning of άκου | Babel Free
/ˈa.ku/Ορισμοί
- β' ενικό πρόσωπο προστακτικής ενεστώτα του ρήματος ακούω
- β' ενικό πρόσωπο προστακτικής αορίστου του ρήματος ακούω
Παραδείγματα
“εναλλακτική μορφή: άκουγε”
“εναλλακτική μορφή: άκουσε, αρχαιοπρεπές: άκουσον (ἄκουσον)”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.