Meaning of ακούγομαι | Babel Free
/aˈkuɣome/Ορισμοί
- με ακούν, παράγω ήχο και η παρουσία μου γίνεται αντιληπτή χάρη στον ήχο που παράγω
- μπορεί κάποιος να με ακούσει
- δημιουργώ σε κάποιον που με ακούει μια ορισμένη εντύπωση
- για φήμη που διαδίδεται
- γίνομαι ανεκτός όταν κάποιος με ακούει
Ισοδύναμα
English
sound
Παραδείγματα
“Ακούστηκε ξαφνικά μια δυνατή κραυγή.”
Suddenly, a loud scream was heard.
“ένα πιάνο ακουγόταν να παίζει στο διπλανό σπίτι”
“η καμπάνα ακούγεται από μεγάλη απόσταση”
“κάτι δεν πρέπει να είναι σωστό, μου ακούγεται παράξενα”
“ακούστηκε ότι θα γίνουν νέες περικοπές”
“αυτή η μουσική δεν ακούγεται”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.