HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ακούεις | Babel Free

Verb CEFR B1
/aˈku.is/

Ορισμοί

ασυναίρετη μορφή του ακούς: β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ακούω

idiomatic, rare

Παραδείγματα

“※ «Κυπριακέ λαέ. Γνώριμη είναι η φωνή που ακούεις. Γνωρίζεις ποίος σου ομιλεί. Είμαι ο Μακάριος. Είμαι εκείνος τον οποίον συ εξέλεξες διά να είναι ηγέτης σου. Δεν είμαι νεκρός. […] Είμαι ζωντανός. Και είμαι μαζί σου.»”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ακούεις used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course