Σημασία του ακούμπησα | Babel Free
Ορισμοί
α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακουμπώ
Παραδείγματα
“Ακούμπησα το χέρι μου στον ώμο του για να τον καθησυχάσω.”
I laid my hand on his shoulder to reassure him.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free