Meaning of περάσω | Babel Free
/peˈɾa.so/Ορισμοί
α΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του περνάω / περνώ
Παραδείγματα
“να, ας, αν, ίσως περάσω (συνοπτική υποτακτική ή υποτακτική αορίστου)”
“θα περάσω (ενεργητικός στιγμιαίος μέλλοντας)”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.