Meaning of πρόσωπο | Babel Free
/ˈprosopo/Ορισμοί
- το μπροστινό μέρος του κεφαλιού
- άνθρωπος, άτομο
- γραμματικός όρος που δείχνει ποιος ενεργεί
Ισοδύναμα
English
face
Παραδείγματα
“Τα μάτια, η μύτη και το στόμα βρίσκονται στο πρόσωπο.”
“※ Το τραπέζι ήταν στρωμένο για δυο πρόσωπα. (⌘ Στρατής Τσίρκας, Ακυβέρνητες πολιτείες - Αριάγνη, [μυθιστόρημα], 1962)”
“για τα νέα ελληνικά: α΄ πρόσωπο (πρώτο πρόσωπο - εγώ, εμείς), β΄ πρόσωπο (δεύτερο πρόσωπο - εσύ, εσείς), γ΄ πρόσωπο (τρίτο πρόσωπο - αυτός, αυτή, αυτό, αυτοί, αυτές, αυτά)”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.