HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πρόσωπο

Ουσιαστικό CEFR A2 Common
ˈprosopo

Ορισμοί

  1. το μπροστινό μέρος του κεφαλιού
  2. άνθρωπος, άτομο
  3. γραμματικός όρος που δείχνει ποιος ενεργεί

Ισοδύναμα

15 more languages
Azərbaycan diliüz
Bosanskiobraz
Češtinaosoba
Esperantovizaĝo
Suomikasvot
Hrvatskiosoba
Italianofacciaviso
Portuguêscarafacerosto
Românăfațăfăta
Русскийлицо
Slovenčinaosoba
Türkçekişişahıssuratyüz
Українськаосо́ба

Παραδείγματα

“Τα μάτια, η μύτη και το στόμα βρίσκονται στο πρόσωπο.”
“※ Το τραπέζι ήταν στρωμένο για δυο πρόσωπα. (⌘ Στρατής Τσίρκας, Ακυβέρνητες πολιτείες - Αριάγνη, [μυθιστόρημα], 1962)”
για τα νέα ελληνικά: α΄ πρόσωπο (πρώτο πρόσωπο - εγώ, εμείς), β΄ πρόσωπο (δεύτερο πρόσωπο - εσύ, εσείς), γ΄ πρόσωπο (τρίτο πρόσωπο - αυτός, αυτή, αυτό, αυτοί, αυτές, αυτά)”

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πρόσωπο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free