HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πρόσωπο | Babel Free

Noun CEFR A2 Common
/ˈprosopo/

Ορισμοί

  1. το μπροστινό μέρος του κεφαλιού
  2. άνθρωπος, άτομο
  3. γραμματικός όρος που δείχνει ποιος ενεργεί

Ισοδύναμα

English face

Παραδείγματα

“Τα μάτια, η μύτη και το στόμα βρίσκονται στο πρόσωπο.”
“※ Το τραπέζι ήταν στρωμένο για δυο πρόσωπα. (⌘ Στρατής Τσίρκας, Ακυβέρνητες πολιτείες - Αριάγνη, [μυθιστόρημα], 1962)”
“για τα νέα ελληνικά: α΄ πρόσωπο (πρώτο πρόσωπο - εγώ, εμείς), β΄ πρόσωπο (δεύτερο πρόσωπο - εσύ, εσείς), γ΄ πρόσωπο (τρίτο πρόσωπο - αυτός, αυτή, αυτό, αυτοί, αυτές, αυτά)”

Επίπεδο CEFR

A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πρόσωπο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course