Meaning of παράθυρο | Babel Free
/[paˈɾaθiɾɔ]/Ορισμοί
- άνοιγμα σε τοίχο που εξυπηρετεί τον αερισμό και τον φωτισμό ενός εσωτερικού χώρου κτηρίου
- το πλαίσιο ή και το τζάμι που καλύπτει αυτό το άνοιγμα
- ορθογώνια περιοχή στην οθόνη ηλεκτρονικού υπολογιστή που περιέχει εργαλεία διασύνδεσης του χρήστη και δεδομένα μιας συγκεκριμένης εφαρμογής που τρέχει εκείνη την στιγμή
Ισοδύναμα
English
window
Παραδείγματα
“παράθυρο στον κόσμο”
window on the world
“τα παραθυράκια του νόμου”
loopholes of the law
“※ Μάταια ο απισχνασμένος νέος που αντικρίζει από τα κάγκελα του παραθύρου τη θορυβώδη βοή της Μεσογείων ψάχνει για πιο παλιές αναμνήσεις, για κάποιες ανέμελες στιγμές χαραγμένες ανεξίτηλα σε παιδικά πάρτυ, για ενσταντανέ παιχνιδιάρικης επάρκειας.”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.