παράθυρο
Ορισμοί
- άνοιγμα σε τοίχο που εξυπηρετεί τον αερισμό και τον φωτισμό ενός εσωτερικού χώρου κτηρίου
- το πλαίσιο ή και το τζάμι που καλύπτει αυτό το άνοιγμα
- ορθογώνια περιοχή στην οθόνη ηλεκτρονικού υπολογιστή που περιέχει εργαλεία διασύνδεσης του χρήστη και δεδομένα μιας συγκεκριμένης εφαρμογής που τρέχει εκείνη την στιγμή
Ισοδύναμα
45 more languages
العربيةشباك
Azərbaycan dilipəncərə
Българскипрозорец
Catalàfinestra
Cymraegffenest
Danskvindue
Ελληνικάβιτρίνα
Esperantofenestro
Eestiaken
Euskaraleiho
فارسیپنجره
Gaeilgefuinneog
עבריתחלון
Hrvatskiprozor
Magyarablak
Հայերենպատուհան
Íslenskagluggi
ქართულიფანჯარა
Latinafenestra
Lietuviųlangas
Latviešulogs
Malagasyvaravarankely
Românăfereastră
Русскийокно
Slovenščinaokno
Shqipdritare
Svenskafönster
ไทยหน้าต่าง
Παραδείγματα
“παράθυρο στον κόσμο”
window on the world
“τα παραθυράκια του νόμου”
loopholes of the law
“※ Μάταια ο απισχνασμένος νέος που αντικρίζει από τα κάγκελα του παραθύρου τη θορυβώδη βοή της Μεσογείων ψάχνει για πιο παλιές αναμνήσεις, για κάποιες ανέμελες στιγμές χαραγμένες ανεξίτηλα σε παιδικά πάρτυ, για ενσταντανέ παιχνιδιάρικης επάρκειας.”
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free