HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του νέος | Babel Free

Επίθετο θηλυκό CEFR A2 Frequent
ˈne.os

Ορισμοί

  1. πρώτο μέλος χαλαρού σύνθετου, πολυλεκτικού τοπωνύμιου που συνήθως έχει το όνομα προηγούμενο παλιότερου. Ειδικά για την Ελλαδα, με χαρακτηριστικότερες τις περιπτώσεις τοπωνυμίων που δημιουργήθηκαν από τους μικρασιάτες πρόσφυγες στην Ελλάδα, και τα παλιά ευρωπαϊκά τοπωνύμια στον Νέο Κόσμο
  2. καινούργιος
  3. που έχει μικρή ηλικία, που είναι ακόμα στη νεότητα

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“Πρόκειται για νέο προϊόν στην αγορά.”
“≈ συνώνυμα: νιος”
“Νέος Βουτζάς, Νέος Πύργος”
“Υόρκη > Νέα Υόρκη, Ορλεάνη > Νέα Ορλεάνη”
“Ερυθραία > Νέα Ερυθραία”
“Νέο Ηράκλειο”

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη νέος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free