Meaning of νέος | Babel Free
/ˈne.os/Ορισμοί
- πρώτο μέλος χαλαρού σύνθετου, πολυλεκτικού τοπωνύμιου που συνήθως έχει το όνομα προηγούμενο παλιότερου. Ειδικά για την Ελλαδα, με χαρακτηριστικότερες τις περιπτώσεις τοπωνυμίων που δημιουργήθηκαν από τους μικρασιάτες πρόσφυγες στην Ελλάδα, και τα παλιά ευρωπαϊκά τοπωνύμια στον Νέο Κόσμο
- καινούργιος
- που έχει μικρή ηλικία, που είναι ακόμα στη νεότητα
Παραδείγματα
“Πρόκειται για νέο προϊόν στην αγορά.”
“≈ συνώνυμα: νιος”
“Νέος Βουτζάς, Νέος Πύργος”
“Υόρκη > Νέα Υόρκη, Ορλεάνη > Νέα Ορλεάνη”
“Ερυθραία > Νέα Ερυθραία”
“Νέο Ηράκλειο”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.