Meaning of έτοιμος | Babel Free
/ˈe.ti.mos/Ορισμοί
- που έχει ολοκληρώσει όλες τις αναγκαίες προπαρασκευαστικές ενέργειες για να προχωρήσει σε μια πράξη ή να αντιμετωπίσει μια κατάσταση
- που λόγω χαρακτήρα ή συνθηκών έχει διαρκώς μια τάση να αντιμετωπίζει τις καταστάσεις με πάγια τακτική, παρόμοιο τρόπο
- που έχει ολοκληρωθεί η κατασκευή του ή οποιαδήποτε άλλη εργασία (επισκευή, συντήρηση κλπ)
- που το έχει ετοιμάσει ή φροντίσει κάποιος άλλος για μας
Παραδείγματα
“έφτιαξα τις βαλίτσες μου και είμαι έτοιμος για ταξίδι”
“ήταν έτοιμος να πεθάνει για την πατρίδα του”
“Αμάν πια! Έτοιμος για καβγά είσαι πάντα!”
“το αυτοκίνητό σας θα είναι έτοιμο σε καμιά ωρίτσα”
“σου έχω έτοιμη δουλειά: στημένη τέλεια για να αποδώσει άμεσα”
“έτοιμο φαγητό: δεν μαγειρεύτηκε στο σπίτι, αλλά αγοράστηκε από εστιατόριο”
“αυτός πάει στο ράφτη, δεν παίρνει έτοιμο ρούχο από ετοιματζίδικο”
“είναι πολύ καλομαθημένος και έχει συνηθίσει να τα βρίσκει όλα έτοιμα”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.