HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ζευγάρι | Babel Free

Noun CEFR A2 Frequent
/zeˈvɣa.ri/

Ορισμοί

  1. συνδυασμός δύο στοιχείων που αποτελούν ένα σύνολο
  2. δύο άνθρωποι που ενώνονται με τα δεσμά του γάμου ή συνδέονται ερωτικά
  3. δύο ζώα που οργώνουν μαζί ή σέρνουν μια άμαξα

Ισοδύναμα

English couple pair team

Παραδείγματα

“ένα ζευγάρι: παπούτσια, κάλτσες, γυαλιά”

a pair of: shoes, stockings, eyeglasses

“Να σας συστήσω το ζεύγος Παπαδοπούλου. Παντρεύτηκαν πέρσι, αλλά είναι ζευγάρι εδώ και δέκα χρόνια.”

May I present Mr and Mrs (the couple) Papadopoulos. They married last year, but they've been together (a pair) for ten years.

“καλλιτεχνικό ζευγάρι”

artistic pair (duo)

“Βρήκα το ζευγάρι του σκουλαρικιού μου.”

I found my earring's partner.

“Κρατάω ζευγάρια ρηγάδες και άσους.”

I hold pairs of kings and aces.

“※ Η δομή, πρωταρχική και βασική, στην πραγματικότητα περιορίζεται σε μια αρχετυπική σύγκρουση αντιθετικών ζευγαριών: του Καλού με το Κακό, του Ανθρώπου με το Κτήνος, της Γυναίκας με τον Άντρα, του Παιδιού με τον Ενήλικο, του Πολιτισμού με τη Φύση. (Μαρί Λου, Πρόμαχος, εκδ. Πατάκης, 2016, μεταφραστής Αλέξης Καλοφωλιάς)”
“※ «Τι βλέπεις εσύ; τι παριστάνουν αυτά;» ρώτησε ο Άρης τη Λία - ακόμα ζευγάρι τότε - όταν, στην γκαλερί, στάθηκαν μπροστά στην εγκατάσταση του Αμερικανού καλλιτέχνη που εκείνη έβρισκε ό,τι πιο μοντέρνο και ευρηματικό και όχι, όπως εκείνος, «μια παπαριά». (Ντορίνα Παπαλιού, Η φωνή στα χέρια της, εκδ. Ίκαρος, 2024)”

Επίπεδο CEFR

A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ζευγάρι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course