Meaning of υπό | Babel Free
/i.po/Ορισμοί
-
συνήθως σε εκφράσεις: formal
-
κάτω από formal
-
μέσα σε συγκεκριμένες συνθήκες formal
-
για να δηλωθεί κατώτερη θέση ή υποδούλωση, καταπίεση κλπ figuratively, formal
-
(+ γενική, παρωχημένο για να δηλωθεί το πρόσωπο που ενεργεί σε παθητική σύνταξη (ποιητικό αίτιο) formal
Ισοδύναμα
English
under
Παραδείγματα
“υπό το μηδέν”
“υπό καταρρακτώδη βροχή”
“40 βαθμοί Κελσίου υπό σκιάν”
“υπό τον ζυγό της δουλείας”
“ιστοσελίδα υπό κατασκευή”
“Υπόμνημα, συνταχθέν υπό του τάδε”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.