Meaning of ως | Babel Free
/os/Ορισμοί
- με την ιδιότητα του/της
- με τον τρόπο που, όπως
- για κάτι που του αποδίδεται μία ιδιότητα, όπως (και) έναν/μια/ένα
- «ως προς» σχετικά με (κάτι), όσον αφορά σε (κάτι)
- πως/ότι είμαι
Παραδείγματα
“Να δέχεσαι τα πράγματα ως έχουν.”
To accept things as they are.
“Σας μιλώ ως επιστήμονας.”
I speak to you as a scientist.
“Αντιμετωπίστε καθετί νέο ως πρόκληση!”
Treat everything new as a challenge!
“Να αντιμετωπίζεις καθετί νέο ως πρόκληση και όχι ως απειλή.”
“Ο γιατρός μου το αντιμετωπίζει ως κρυολόγημα.”
“Με βλέπουν ως ξένο.”
“Θεωρείται ως αριστούργημα.”
“Θεωρείται ως το αριστούργημά του.”
“Θεωρείται ως η κορυφαία στο χώρο της.”
“Οι επιδόσεις του είναι μέτριες αλλά ως προς την διαγωγή του δεν παρατηρήσαμε κάτι το αξιόμεμπτο.”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.