HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δίνω | Babel Free

Verb CEFR A2 Frequent
/ˈði.no/

Ορισμοί

  1. μεταβιβάζω την κυριότητα ή τη χρήση ενός πράγματος σε κάποιον άλλον (με ή χωρίς αντάλλαγμα, μόνιμα ή προσωρινά)
  2. μεταβιβάζω ένα αντικείμενο που κρατώ σε κάποιον άλλον για να το κρατά αυτός
  3. προσφέρω
  4. προσφέρω τον εαυτό μου (ιδίως ερωτικά)
  5. παραχωρώ
  6. κάνω την ενέργεια που δηλώνει το ουσιαστικό που ακολουθεί
  7. χτυπώ κάποιον με, καταφέρω

Ισοδύναμα

English give hand Impart

Παραδείγματα

“Δίνει το βιβλίο.”

She gives the book.

“Δώσε μου λίγο το μολύβι σου.”

Give me your pencil.

“Η Ελένη έδωσε ένα πάρτι γενεθλίων.”

Eleni threw a birthday party.

“δώσε μου λίγο το μολύβι σου”
“δώστε μια ελεημοσύνη”
“Θα δώσω το αυτοκίνητό μου στο γιο μου και θα αγοράσω καινούργιο.”
“(μεταφορικά) δε δόθηκε καμία υπόσχεση”
“δώσε μου τη μια βαλίτσα να σε βοηθήσω”
“ένα κοριτσάκι έδωσε στην καλεσμένη μια ανθοδέσμη”
“Η νεαρή ερωτευμένη κοπέλα δόθηκε στον εραστή της με πάθος.”
“δίνω τη θέση μου στο λεωφορείο σε έναν ηλικιωμένο”
“δίνω γροθιά, μπουνιά, κλοτσιά, σφαλιάρα κλπ”

Επίπεδο CEFR

A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δίνω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course