προσδίδω
Ορισμοί
παρέχω κάτι επιπρόσθετα, δίνω ένα ακόμα (μάλλον θετικό) χαρακτηριστικό
Ισοδύναμα
19 more languages
Българскисъобщавам
Catalàimpartir
Esperantosciiĝi
한국어전하다
Polskidzielić siękonferowaćprzekazaćprzekazywaćprzydaćprzydawaćprzydzielaćprzydzielićudzielaćudzielić
Svenskabibringa
ไทยถ่ายทอด
Українськавіщати
Παραδείγματα
“※ Η ύπαρξη όμως μιας μεγάλης εβραϊκής κοινότητας με σημαίνουσα θέση στην πόλη προσέδωσε στη διαδικασία αυτή τα χαρακτηριστικά της συνάντησης με έναν «αρχετυπικό Άλλον» που ήταν οι Εβραίοι για την κυρίαρχη και ισχυρή τάση της ελληνορθόδοξης ταυτότητας. (*)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free