HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← δίνω — definition

Conjugation of δίνω

Regular CEFR A2
ˈði.no

μεταβιβάζω την κυριότητα ή τη χρήση ενός πράγματος σε κάποιον άλλον (με ή χωρίς αντάλλαγμα, μόνιμα ή προσωρινά) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δίνω
εσύ δίνεις
αυτός / αυτή / αυτό δίνει
εμείς δίνουμε
εσείς δίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά δίνουν
Παρατατικός
εγώ έδινα
εσύ έδινες
αυτός / αυτή / αυτό έδινε
εμείς δίναμε
εσείς δίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έδιναν
Αόριστος
εγώ έδωσα
εσύ έδωσες
αυτός / αυτή / αυτό έδωσε
εμείς δώσαμε
εσείς δώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έδωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δώσω
εσύ δώσεις
αυτός / αυτή / αυτό δώσει
εμείς δώσουμε
εσείς δώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά δώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ δίνε
εσείς δίνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δώσε
εσείς δώστε
Απαρέμφατο αορίστου
δώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δίνομαι
εσύ δίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό δίνεται
εμείς δινόμαστε
εσείς δίνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά δίνονται
Παρατατικός
εγώ δινόμουν
εσύ δινόσουν
αυτός / αυτή / αυτό δινόταν
εμείς δινόμασταν
εσείς δινόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά δίνονταν
Αόριστος
εγώ δόθηκα
εσύ δόθηκες
αυτός / αυτή / αυτό δόθηκε
εμείς δοθήκαμε
εσείς δοθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά δόθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δοθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δοθώ
εσύ δοθείς
αυτός / αυτή / αυτό δοθεί
εμείς δοθούμε
εσείς δοθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά δοθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς δίνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δώσου
εσείς δοθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
δοθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary