Conjugation of δίνω
/ˈði.no/μεταβιβάζω την κυριότητα ή τη χρήση ενός πράγματος σε κάποιον άλλον (με ή χωρίς αντάλλαγμα, μόνιμα ή προσωρινά) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δίνω |
| εσύ | δίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δίνει |
| εμείς | δίνουμε |
| εσείς | δίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δίνουν |
Παρατατικός
| εγώ | έδινα |
| εσύ | έδινες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έδινε |
| εμείς | δίναμε |
| εσείς | δίνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έδιναν |
Αόριστος
| εγώ | έδωσα |
| εσύ | έδωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έδωσε |
| εμείς | δώσαμε |
| εσείς | δώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έδωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δώσω |
| εσύ | δώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δώσει |
| εμείς | δώσουμε |
| εσείς | δώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | δίνε |
| εσείς | δίνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δώσε |
| εσείς | δώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δίνομαι |
| εσύ | δίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | δίνεται |
| εμείς | δινόμαστε |
| εσείς | δίνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δίνονται |
Παρατατικός
| εγώ | δινόμουν |
| εσύ | δινόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | δινόταν |
| εμείς | δινόμασταν |
| εσείς | δινόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δίνονταν |
Αόριστος
| εγώ | δόθηκα |
| εσύ | δόθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δόθηκε |
| εμείς | δοθήκαμε |
| εσείς | δοθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δόθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δοθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δοθώ |
| εσύ | δοθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | δοθεί |
| εμείς | δοθούμε |
| εσείς | δοθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δοθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | δίνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δώσου |
| εσείς | δοθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δοθεί |