Meaning of διογκωθεί | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διογκώνομαι
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διογκώνομαι
- θα διογκωθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διογκώνομαι
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.