Meaning of διογκωθείτε | Babel Free
Ορισμοί
- β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διογκώνομαι
- θα διογκωθείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διογκώνομαι
- β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διογκώνομαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.