Meaning of μαχαίρι | Babel Free
/maˈçe.ɾi/Ορισμοί
- όργανο με χειρολαβή και μεταλλική λεπίδα κοφτερή στη μία από τις δύο ακμές της, που χρησιμοποιείται για κόψιμο
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- χειρουργικό εργαλείο, νυστέρι
-
η χειρουργική επέμβαση figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“"Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο / ένα παλιό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι..." (Νίκος Καββαδίας)”
“τον πάνε για μαχαίρι”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.