HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μαχαίρι | Babel Free

Noun CEFR A2 Frequent
/maˈçe.ɾi/

Ορισμοί

  1. όργανο με χειρολαβή και μεταλλική λεπίδα κοφτερή στη μία από τις δύο ακμές της, που χρησιμοποιείται για κόψιμο
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  3. χειρουργικό εργαλείο, νυστέρι
  4. η χειρουργική επέμβαση
    figuratively

Ισοδύναμα

English Guillotine knife

Παραδείγματα

“"Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο / ένα παλιό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι..." (Νίκος Καββαδίας)”
“τον πάνε για μαχαίρι”

Επίπεδο CEFR

A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μαχαίρι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course