HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μαχαίρια | Babel Free

Noun feminine CEFR C1 Standard

Ορισμοί

  1. η διάτρηση του δέρματος ή άλλης ύλης από αιχμηρό όργανο
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαχαίρι
    accusative, nominative, plural, vocative
  3. Του έδωσε μια μαχαιριά κατάστηθα, αλλά ο άνθρωπος έζησε
  4. το ψυχικό τραύμα, ο πόνος από δυσάρεστη ενέργεια άλλου ατόμου

Παραδείγματα

“Κόψε το ψωμί πρσεκτικά, μην κάνεις μαχαιριές στο τραπέζι!”
“Ήταν μαχαιριά στην καρδιά της, που έφυγε ο μοναχογιός της για Αμερική”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μαχαίρια used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course