HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

διάστημα

Ουσιαστικό CEFR A2 Frequent
ˈði̯a.sti.ma

Ορισμοί

  1. αόριστη ή συγκεκριμένη τοπική, χρονική ή τονική απόσταση
  2. η απόσταση που χρησιμοποιούμε για να διαχωρίσουμε δύο λέξεις, το κενό
    especially
  3. το υπόλοιπο, εκτός της Γης, σύμπαν
  4. η διαφορά ανάμεσα σε δυο τονικά ύψη

Ισοδύναμα

34 more languages

Παραδείγματα

“κατά διαστήματα”

at intervals

“Μεταξύ των δύο εμφανίσεών της υπήρξε ένα διάστημα που δεν έκανε τίποτε.”
“Μεταξύ των δύο εμφανίσεών της υπήρξε ένα διάστημα τριών χρόνων που δεν έκανε τίποτε.”
“οι δακτυλογράφοι παλιότερα, άφηναν ένα διάστημα μετά το κόμμα και δύο μετά την τελεία”
για επόμενο κενό διάστημα στο Βικιλεξικό γράφουμε  ”
στο διάστημα υπάρχουν χιλιάδες αστέρια”

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη διάστημα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free