Meaning of αρκεί | Babel Free
/aɾˈci/Ορισμοί
-
είναι αρκετό, φτάνει (συνήθως στην έκφραση: αρκεί να) impersonal, verb
- είμαι αρκετός
- γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του αρκώ
- φτάνει!
Παραδείγματα
“Δε θέλω πιστοποιητικό, αρκεί να γίνει σωστά η δουλειά.”
“Πάψε να τον κατηγορείς! Αρκεί!”
“Τα χρήματα που έχω αρκούν για τα έξοδά μου: όλο το ποσό στο λογαριασμό μου αρκεί και περισσεύει.”
“(Χρειάζεται παράδειγμα)”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.